Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Φέρτε μου τον ψυχίατρο ...


... να δούμε τί θα γίνει,
να τον τρελάνουμε κι αυτόν
και συνταγές να δίνει ...


Δεν είναι ό, τι καλύτερο να ξεκινάς
τη μέρα σου με μία επίσκεψη στο Νοσοκομείο.
Δε συμφωνείς;

Κοινός τόπος στην ψυχολογία του καθενός
που τα επισκέπτεται (εκτός από τους θεράποντες
ή μη γιατρούς) είναι μια προκατάληψη. Ή πιο
καλά, ένα φόβος, μια ανησυχία.

Δεν ήθελα να σηκωθώ από το κρεβάτι το πρωινό
εκείνο, του προγραμματισμένου μου ραντεβού.
Κατεύθυνση; Νοσοκομείο, ο "Ευαγγελισμός".

Αν και έπρεπε να είμαι εκεί πουρνό - πουρνό,
η εσωτερική μου αποστροφή, με έκανε να με
καθυστερήσω συνειδητά.

Δεν έχω ξαναπάει στον Ευαγγελισμό!
6 χρόνια από τη ζωή μου τα πέρασα δίπλα
του - στο από πάνω τετράγωνο, όπου ήταν
το δημοτικό μου σχολείο, το Μαράσλειο.

6 χρόνια βίωναν οι επισκέπτες τις αγωνίες
τους κι εγώ ήμουν ένας απλός παρατηρητής.
Δεν έτυχε ποτέ να περάσω το κατώφλι του,
ακόμα και για επισκεπτήριο...

Όπως καταλαβαίνεις, φίλε αναγνώστη, δεν είχα
ιδέα για το ποια είναι η διαρρύθμιση του νοσο-
κομείου. Λχ, πού πέφτουν τα εξωτερικά ιατρεία,
κατά που κάνω αν είμαι επείγον περιστατικό, πού
παρκάρω το ασθενοφόρο μου κλπ κλπ ..

Αλλά, "η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται".
Για την ακρίβεια, από τις 8.15 πμ !

Πέρασα το πρώτο κτίριο στα αριστερά.
Δεν ήταν για μένα. "ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ" έγραφε
η... μαρκίζα. Τί "μούσες", τί "Bio Bio" ..

Κρατώντας το πράσινο βιβλιάριό μου,
ως άλλο διαβατήριο, προσπέρασα το ως άνω
κτίριο, παρατηρώντας διαρκώς ταλαιπωρημένες
φιγούρες. Ντυμένες πρόχειρα, άτσαλα, ό,τι να'ναι.
Αλλά, δεν τις αδικούσα. Η μελαγχολία που ήταν
ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους το δικαιολογούσε.
Η αγωνία που κρεμόταν στο βλέμμα τους, σε έκανε
να το παραβλέψεις. Η ματιά τους σε κέρδιζε.
Και σε κόμπλαρε ταυτόχρονα.

Βλέπω κι άλλο κτίριο αμέσως μετά, κι αυτό
στα αριστερά. Μπήκα αναγκαστικά μέσα, γιατί
μετά, θα γινόμουν ένα με τις τυρόπιτες.
Κυλικείο γαρ εν όψει. Και την ξέρεις αυτήν
την τυρόπιτα.. Αυτή που είναι τόσο ταλαιπωρημένη,
όσο και οι συγγενείς των νοσηλευόμενων. Τί στο
καλό; Συμπάσχει και η σφολιάτα μαζί; Γιατί είναι
τόσο κατσιασμένη κάθε φορά;

Κοίταγα τη μία ταμπέλα από δω.
Την άλλη από κει. Άκρη δεν εβγαζα. Εξωτερικά
ιατρεία (τα οποία και γύρευα), πουθενά.
Δίπλα στο ασανσέρ στεκόταν μια.. κυρία.
Ντυμένη στα λευκά - ρόμπα της δουλειάς -
με τα λευκά σαμπό της και πράσινη ανοιχτή
μπλούζα στο φόντο του αναστήματός της.
Κρατούσε 6 -7 κουτιά. Ιατρικού περιεχομένου.
Ήταν ελαφριά. Δε φαινόταν να την κουράζουν.

Γιατρός δεν ήταν. Σίγουρα. Τους γνωρίζεις από
μακριά τους γιατρούς. Η πνευματικότητα και
ιντελιγκένσιάτους, τους κάνουν να ξεχωρίζουν
σε τέτοιους χώρους.

Μιλούσε στο κινητό η ... "κυρία". Μιλούσε
με συγγενή της (γιος, κόρη, σύζυγος, μάνα κάτι
τέτοιο..) Θέμα, οικογενειακό. Πάντως, όχι υπηρεσιακό.
Τεμπέλικο. Σίγουρα πράματα. Κι ας έπρεπε τα κουτιά
να πάνε στον προορισμό τους. Σύντομα ή όχι,
αδιάφορο γι' αυτήν.

Δεν τη διέκοψα φυσικά. Μέχρι να τελειώσει,
έκανα μια βόλτα ως την άκρη του διαδρόμου,
μήπως και καταφέρω να πάρω την πληροφορία
που ήθελα να της αποσπάσω χωρίς τη βοήθειά της.
Μάταια.

Γυρίζοντας πίσω, είχε ήδη σταματήσει το τηλεφώνημα
κι έπιασε κουβέντα με έναν τραυματιοφορέα. Περί
ανέμων και υδάτων. Χαζογελούσε. Το γέλιο της Κατίνας.
Πήρα το θάρρος να παρέμβω στην "κουβεντούλα" της,
γιατί βιαζόμουν να είμαι παρών στο ραντεβού.

"Με συγχωρείτε, τα εξωτερικά ιατρεία παρακαλώ;"
Τί ήθελα και ρώτησα;

"Μα μιλάμε τώρα, δε βλέπεις;;;". ΣΤΡΙΓΚΛΙΣΕ !!!
Έμεινα "ενεός" που λέει και μια κόκκινη παρουσία
της Αθήνας. Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Είπε κι άλλα,
η σκύλα. Εγώ κι ο τραυματιοφορέας την κοιτάζαμε.
Ο τελευταίος ψέλιζε "έλα, δεν πειράζει, σιγά,
τί λέγαμε .. "

Δεν ήθελα πολύ. Η υπέρμετρη - ώρες ώρες -
αιδημοσύνη μου έκανε φτερά. Για το πότε ντύθηκε
με την περιβολή της αυθάδειας, ούτε εγώ το
κατάλαβα! Τη στόλισα - λίγο -
και την προκάλεσα να κάνουμε μία επίσκεψη μαζί.
Όχι σε ασθενή. Στον προϊστάμενό της.
Νευρίασα πολύ. Αλλά με αγνόησε επιδεικτικα και
μπήκε στο αρρωστιάρικο ασανσέρ που ήταν από πίσω,
αφήνοντας τη στολή της να φουσκώνει από τη φόρα
σαν τη μπέρτα του Μπάτμαν.

Δε σου πάει κοπελιά η "ρόμπα".
Αφού δεν την φοράς.
Σε φοράει...

Κι αφού φτιάχτηκα για τα καλά,
βγήκα από το λάθος
κτίριο και κατευθύνθηκα προς την είσοδο
του Νοσοκομείου, να ρωτήσω εκ νέου πού στο
δ***** τα έχουν φυτέψει τα εξωτερικά.
Με τα λίγα και τα πολλά, βρήκα την Ιθάκη μου.

Στο από κάτω τετράγωνο.

Πέρασα χαμόσπιτα.
Πέρασα κοντέινερ.
Κι άλλα κυλικεία.
Κι άλλες τυρόπιτες...

Και πέρασα το κατώφλι του Πανικού...
Κόσμος πήγαινε κι ερχότανε.
Αλλοδαποί και ημεδαποί.
Άρρωστοι και υγιείς.
Φορεία ψάχνανε εναλλακτικές διαδρομές.
Πρώτα παρακαλούσε ο γύψος του σπασμένου
και τεντωμένου ποδιού για χώρο και μετά
ακολουθούσε η φωνή του τραυματιοφορέα...

Παίρνω νούμερο.
Σαν την τράπεζα. Κι ας είχα ραντεβού.
Στην ίδια πόρτα που περίμενα, ένα τσούρμο.
Ένα ανομοιογενές μπουλούκι από ανθρώπους.
Ένα το κοινό τους στοιχείο. Τα βιβλιάρια.
Τπτ άλλο. Α! και τα νεύρα φυσικά. Ουρά καμία.
Η λέξη προτεραιότητα είχε αφανιστεί.
Περίμεναν όλοι στο γραφείο των ραντεβού
για να πάρουν μία σφραγίδα.

Ήταν η σφραγίδα σωτηρίας. Σου σφράγιζε το
βιβλιάριο και το τέλος της ταλαιπωρίας σου.
Ήταν το τελικό διαδικαστικό βήμα όλων όσων
περνούσαν από εκεί σήμερα... Καταλαβαίνεις..

Πήρα το νούμερό μου κι αφού έβαλα μια πινελιά
κυνισμό στο μάτι μου, διεκδίκησα μία γωνία και
παρακολουθούσα... Το τί "γαλλικά" ακούστηκαν.
Τύφλα να έχει το γαλλικό ινστιτούτο.
Γωνία Σορβόννης και Κήπων του Λουξεμβούργου
ένα πράγμα...

Εγώ είχα ραντεβού στον Ψυχίατρο. Ναι, ορθώς
διαβάζεις. Και το καλύτερο;; Βρήκα και έναν
"συνάδελφο" εκεί που περίμενα:

Κάποιος πήγε να μπει μπροστά στον άλλον
(τα γνωστά, ξέρεις ..)
και πιάστηκαν στα λόγια. "Ποιος είμαι εγώ,
ποιος είσαι εσύ, η μάνα μου, εγώ κι εσύ, το νησί..."
Του πετά λοιπόν το βιβλιάριο στη μούρη, για να δει
λεει "τί φάρμακα παίρνει".

Απόφοιτος του Ψυχιατρείου ήταν.
Facutly of Δαφνί. Τελείωσε με άριστα.
"Τα 'παίρνε αμέσως και όλα" είπε.
Τα φάρμακα, όχι τα μαθήματα.....

Κι άλλες σκηνές απείρου κάλλους..
Τί να σου πω. Words fail me!

Και μετά από το εποικοδομητικό μάθημα
γαλλικών και πιάνου, ήρθε η σειρά μου.
Ας μη σου πω για το ότι μου τη μπήκαν
άσχημα όταν με είδαν να προσπερνώ εκείνους
που περίμεναν για σφραγίδα, μη έχοντας ακούσει
ότι είχαν φωνάξει από μεσα το νούμερό μου..
"Πού πάτε κύριε εσείς;;" κι άλλα τέτοια.
Ήμουν και φτιαγμένος. Απάντησα καταλλήλως,
αλλά δεν είναι της παρούσης. Φτάνει τώρα..

Συνάντησα τον ψυχίατρό μου. Ήρεμος. Πράος
άνθρωπος. Γαλήνιο βλέμμα. Ησύχασα.

Η γνωμάτευση έγραφε:
"χωρίς ψυχογόνο ψυχοπαθολογία στον παρόντα χρόνο".
Σωστά. "Στον παρόντα χρόνο". Σωστά;;;

Πώς γίνεται. Ένιωσα ότι τον είχα ανάγκη
περισσότερο από ποτέ.

ΥΓ. Γιατί στη χώρα αυτή είμαστε κάφροι;
Δε θα αλλάξουμε ποτέ.
Και το χειρότερο είναι, ότι ΔΕ μας αξίζει.





by Balekos

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009

Αληθινό .. παραμύθι !


Μια μέρα, συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος
της γης, όλα τα συναισθήματα και όλες οι
αξίες του ανθρώπου.

Το λόγο πήρε πρώτη Τρέλα:
"Γεια σου, είμαι η Τρέλα", είπε στην Ανί
α.
"Συστηθήκαμε; Δε συστηθήκαμε!
Είμαι η Τρέλα", της είπε ξανά.
"Κάπου σε ξέρω εσένα" ξανα-απευθύνθηκε
στην ίδια. "Ναι, ναι. Είμαι η Τρέλα!...
Θες να παίξουμε κρυφτό;" πρότεινε στην Ανία,
που κοιτούσε αποσβολωμένη.


Το Ενδιαφέρον, σήκωσε το φρύδι. Περίμενε να
δει τί θα ακολουθήσει. Γνωστή προπέτης η
Περιέργεια, πετάχτηκε χωρίς να κρατηθεί:
"Τί είναι.. κρυφτό;".


Λίγο πιο δίπλα, ο Ενθουσιασμός άρχισε να
χορεύει με την Ευφορία, μα η Ανία, έψαχνε
να βρει... πού είναι η πιο κοντινή
Εφορία,
να πνίξει τη Διασκέδαση.

Η Χαρά, άρχισε να πηδά πάνω κάτω, ελπίζοντας
να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια
να
συμμετάσχουν στο παιχνίδι.

Η Αλήθεια, στεκόταν ανένδοτη και λυπημένη:
Ήξερε ότι ούτως ή άλλως.. θα αποκαλυπτόταν.

Η Δειλία, δεν ήθελε να ρισκάρει.
Η Υπεροψία, έβρισκε το παιχνίδι ανόητο -
δεν ήθελε να χάσει το χρόνο της έτσι.

Η Τρέλα, ασυγκράτητη, άρχισε να μετρ
ά:
"5, 10, 15, 20, 25 ... "

Η πρώτη που κίνησε να κρυφτεί, ήταν η ..
Τεμπελιά! Μην εκπλήσσεσαι. Πήγε ως τον
πρώτο βράχο που βρήκε και κάθισε από πίσω.

Η Ζήλεια, κρύφτηκε στη σκιά της Δόξα
ς και
του Θριάμβου. Αυτοί οι δυό, αχώριστοι.

Η Γενναιδωρία δεν μπορούσε πουθενά να βρει
να κρυφτεί. Όπου και να έστρεφε το βλέμμα
της, σκεφτόταν πως θα ήταν μια καλή
θέση
για κάποιον άλλον από τους φίλους της. Ας
μην τους τη στερήσει! Κι έτσι, κρύφτηκε
σε μία ηλιαχτίδα.

Ο Εγωισμός; Βρήκε αμέσως κρυψώνα. Καλό μέρος,
βολικό. Μόνο γι' αυτόν.

Το Ψέμα, βούτηξε στη θάλασσα. Κολύμπησε...
ως τον πυθμένα της.

Το Πάθος και ο Πόθος δε φοβήθηκαν.
Για ακόμη μια φορά.
Μπήκαν στον πιο κοντινό κρατήρα ηφαιστείου
που συνάντησαν. Δίχως δεύτερη σκέψη.

Ο Έρωτας όμως... ακόμα ψάχνει.
Για καλή του τύχη, βρήκε ένα θάμνο
από τριαντάφυλλα. Γεμάτος από τέτοια.
Κόκκινα. Κατακόκκινα. Τόσο, που θα τα
ζήλευε και το Πάθος.

Η Τρέλα έφτασε στο 1000.
Βγήκε να ψάξει. Δίχως να κρατά το χέρι
της Λογικής.

Πρώτη.. Ποιά βρήκε;

Σωστά. Την Τεμπελιά.

'Ενιωσε το ρυθμό του Πάθους και του

Πόθου στον πάτο του ηφαιστείου και τους
ξετρύπωσε.

Αφού βρήκε την ανήσυχη Ζήλεια...
βρήκε γρήγορα και το Θρίαμβο.
Επόμενο ήταν. Εύκολο.

Το Δίλημμα, αναποφάσιστο, στεκόταν πρόδηλ
ο.
Το τσάκωσε κι εκείνο.

Όλους τους βρήκε.
Όλους ;;

Τον Έρωτα; Ακόμα.
Έψαξε παντού.
Πίσω από δέντρα.
Πάνω στα δέντρα.

Μέσα στα δέντρα.

Πίσω από βράχους.
Πίσω από κάθε κορφή βουνού.

Ήταν έτοιμη να τα παρατήσει.

Βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα,
αλλά από τα νεύρα της, άρχισε να
τον κουνάει δυνατά, σχεδόν ανελέητα.

'Ωσπου, ξάφνου, άκουσε τον ήχο του Πόνου.
'Ηταν αυτός του Έρωτα, που τα αγκάθια του

είχαν ματώσει τα μάτια.

Η Τρέλα, δεν ήξερε πώς να επανορθώσει.
Έκλαιγε.
Φώναζε.
Ζητούσε συγγνώμη.


Στο τέλος, υποσχέθηκε στον Έρωτα, πως θα
γινόταν συνοδός του. Οδηγός του. Αχώριστοι.

Κι από τότε, ο Έρωτας ήταν πάντα τυφλός.
Κι η Τρέλα, τον συνοδεύει.. παντοτινά.


επιμέλεια και προσαρμογή by Balekos