Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Σήμερα δεν ήθελα πολλά...

Να κάτσω σ’ ένα παγκάκι και ν’ ακούω τα πιτσιρίκια που είχαν γεμίσει την πλατεία Συντάγματος.

Μια θέση σ’ ένα πλοίο που φεύγει. Ή και τρένο.

Έναν βράχο πλάι στη θάλασσα.

Να ξαπλώσω στο γρασίδι και να λιάζομαι για ώρα.

Ένα ποδήλατο να φέρνω βόλτες .

Να κάτσω κάπου ψηλά και να χαζεύω την πόλη.

Έναν περίπατο χωρίς προορισμό.

Μια λέξη.

"Ένα σπίτι για να γεννηθείς
ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις
ένας στίχος για να κρυφτείς
ένας κόσμος για να πεθάνεις."

(Τάσος Λειβαδίτης, Απλοί στίχοι)

C.





Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

the faster the speed - the bigger the mess

Δε με έχει συγκλονίσει Π Ο Τ Ε πριν,
άλλο βίντεο, όσο αυτό. Παρακαλώ, δείτε
το ως το τέλος, όσο σκληρό κι αν είναι.

http://www.youtube.com/watch?v=Ny-_wn9mSfI

Ένα κοινωνικό μνμ,
by Balekos

YΓ Και δεν κάνω καμία πλάκα..

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Φροντίδα αμερ/κού κήπου...από το Παρίσι

Για να ευθυμήσουμε λίγο...

Κάποιος γέρος 'Αραβας, ζούσε στην Αμερική
για πάνω από 40 χρόνια. Μια μέρα θέλησε να
φυτέψει πατάτες στον κήπο του, μα ένιωθε
μόνος κι αδύναμος. Στέλνει λοιπόν ένα email
στο γιό του, ο οποίος σπούδαζε στο Παρίσι:

"Αγαπημένε μου γιε. Είμαι βαθύτατα λυπημένος.
Θέλω να φυτέψω πατάτες στον κήπο μας και δεν
μπορώ. Είμαι βέβαιος, πως αν ήσουν εδώ, θα με
βοηθούσες να σκάψω τον κήπο.

Σε ασπάζομαι - ο πατέρας σου"

Εντός ολίγου, ο γέρος λαμβάνει email από
το παιδί του.

"Αγαπητέ μου πατέρα. Μην αγγίξεις τον κήπο.
ΕΚΕΙ έκρυψα το .. ΠΡΑΜΑ.

Σε αγαπώ - Ahmed"

Σε 15 λεπτά, καταφθάνουν στο σπίτι του γέρου
Άραβα, ο αμερικανικός στρατός, το ναυτικό, το
FBI, η CIA, 100 Rangers.

Περικυκλώνουν το σπίτι.
Ερευνούν το σπίτι.
Σκάβουν τον κήπο.
Γδύνουν το γέρο.

Αλλά ΜΑΤΑΙΑ. Έφυγαν με τα χέρια άδεια.

Μισή ώρα αργότερα, ο γέρος λαμβάνει νέο μνμ
από τον υιό του:

"Αγαπημένε μου πατέρα,

είμαι πλέον βέβαιος ότι ο κήπος σου είναι
ήδη σκαμμένος και μπορείς ήσυχος τώρα να
φυτέψεις τις πατάτες σου. Έκανα ότι μπορούσα
να σε βοηθήσω, από το ... Παρίσι.

Σε φιλώ - Ahmed".

















Αφιερωμένο στη Ζ.
FW to Balex

Σκηνοθεσία & εικαστική επιμέλεια
by Βalekos

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

Τελευταία κάτι έχω.
Δεν είμαι καλά.
Μάλλον όχι.
Ώρες ώρες δεν είμαι καλά.
Ώρες ώρες έχω μια λύπη.
Ή κάτι μου φταίει.
Δεν είμαι δυστυχισμένη ή λυπημένη.
Δεν είμαι όμως και χαρούμενη.
Για τις δεδομένες στιγμές μιλώντας πάντα.
Μια αίσθηση ανικανοποίητου με εμποδίζει να χαίρομαι τα όσα έχω.
Λογικά αν το δεις, δεν έχω κανένα λόγο να σκέφτομαι ή νιώθω έτσι.
Λογικά.
Και η Κ. τα ίδια.
Ίσως να είναι η περίοδος αυτή η μεταβατική.
Σίγουρα αυτό.
Μέσα σ’ όλα αυτά αποφάσισα να γεμίσω τις ώρες μου με απωθημένα.
Ούτε ένα δε θ’ αφήσω, ούτε ένα.
Όλα στο φως θα τα ξορκίσω.
Αυτός που μπαίνει θα είναι ο χειμώνας μου, το πήρα απόφαση.
Θα δοκιμάσω και θα δοκιμαστώ.
Κι η σκέψη αυτή με κάνει να χαμογελάω.
Ευτυχία.
Είδες πώς γίνεται;
;-)

C.








"Του δρόμου" (4)

Βαγγ - είχες δίκιο. Τους πέρασα τελικά ΕΓΩ
από συνέντευξη στο ΑΤΤΙΚΑ. Εγώ έκανα ερωτήσεις.
Εγώ προσπαθούσα να δω αν μου κ
άνουν.
Εγώ προσπαθούσα να δω - άκουσον άκουσον - αν
χωράνε στο πρόγραμμά μου. Τί ντροπή.

Εύχομαι να καμαρώσω σύντομα εκείνη την ψυχή
που έστω και τώρα πήρε μια απόφαση που θα μας
κάνει να καμαρώνουμε. Είθε η πένα μου να έχει
την ευκαιρία να τη στηρίξει. Εμείς θα είμαστε
μαζί της. Κι αν ακούγεται αυτό deliberately
obfuscated, "κάντε υπομονή". Κι αν με ξεχάσει
κάποτε, "θα πουλήσω
την ψυχή μου στο ... διά λ ογο".


Στο θέμα μας.












Τα παρακάτω λοιπόν ανήκ
ουν
λίγο πολύ, "στο δρόμο"...

Ι. Μεταξύ Γερμανών:

-"Μα, καλά. Πώς μπορείς και ξυρίζεσαι
χωρίς καθρέφτη;"
-"Απλά. Με ξυράφι"


ΙΙ. Εξυπνάδες..

-"Η Κλεοπάτρα, ήταν εταίρα ή τσιγγάνα.
Δεν είχε καμία σχέση με
την Αίγυπτο
αρχικά.."
-"Μπα - και ποιος το λέει
αυτό;"
-"Ο Σαίξπηρ. Επίσης ήταν στρίγκλα,
μα είχε ωραία, πολύ ωραία μύτη".
-"Κι αυτό ο Σαίξπηρ το λέει;"
-"Όχι. Ο αστερίξ."

ΙΙΙ. Περπαντώντας στον πιο ωραίο
δρόμο του κόσμου. Regent Street, London.
Χτυπάει το κινητό. Απαντά η κάτοχος.

-"... Είμαστε 2 ώρες πίσω σε σχέση
με την Ελλάδα".
-"Ωχ! Σοβαρά; Κάθε μέρα;".

Δεν ήταν ξανθιά.


ΙV. Μετρό Ευαγγελισμός. Μαμά κρατά
από το χέρι Μπόμπο. Ασταμάτητος.
Τον ακούραστο είχε. Γλώ
σσα δεν έβαζε
μέσα του. Μετά από τη 73589π φορά
που είδε -όπως έλεγε- τους Πειρατές
της Καραϊβικής και τον Τζ. Ντεπ, πετά
στη δόλια μάνα την αφοπλιστική ερώτηση.

Μπόμπος:

"Κι αφού αυτός είχε χαλασμένα δόντια...
Κι όλοι οι άλλοι μαζί.. Γιατί η νεκροκεφαλή
πάντα στη σημαία του πλοίου έχει πάντα
τέλεια οδοντοστοιχία;"

Απάντα τώρα.


















Είναι καιρός τώρα που θέλω τόσα να πω.
Να μοιραστώ. Να δώσω και να πάρω. Μα,
δεν έχω χρόνο. Όλη την ώρα στο πόδι.

Nιώθω τον τελευταίο καιρό κάτι να με
πολεμά. Κάτι πάει συνεχώς κόντρα σε αυτό
που θέλω. Και το χειρότερο, δεν ξέρω αν
αυτό είναι ο ίδιος μου ο εαυτός...

Μήπως προσπαθεί να μου δείξει ότι κάνω
κάτι λάθος; Κι όμως, όσες καμπάνες κι αν
χτυπούν, εγώ είμαι στην ίδια θέση όλη την
ώρα: άναμεσα στον κακό και τον καλό εαυτό
μου. Από δεξιά, ο κόκκινος σε στολή διαβόλου
ΕΓΩ κι από αριστερά ο άσπρος σε μορφή αγγέλου,
πάλι ΕΓΩ...

Μα ο ...ΕΓΩ, επιμένει πως θα διαπιστώσει αν οι
βλακείες που διατυπώνει -κατά κπ- ο Κοέλιο,
είναι αλήθεια. Ξέρεις πώς αντιδρά ο ευατός μου;

Κάνει τη δόλια μάνα που έκανε ο Λαζόπουλος..
Και ρώτα τα ντουβάρια.
Ρωτά τον αέρα. Αυτό που ζητώ, είναι...

"Παράλογο";; "Παράλογο";;
"Δεν απαντάει κανείς. Άρα - λογικό."

Θα προχωρήσω. Κι ας φάω τα μούτρα μου.
Τουλάχιστον δε θα βρεθούν οι δύο παραπάνω
πολύχρωμες μορφές του εαυτού μου να μου πουν
"Γιατί δεν προσπάθησες τουλάχιστον".

Μακάρι να μην επαναληφθεί η Δ. Σωτηρίου...
"Μα το αύριο θα μας γιάτρευε άγρια από τις
παιδιάτικες πλάνες μας".....


by Balekos

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Μεταξύ συ(νει)ρμών…

Εδώ και μέρες συνειδητοποίησα ότι η μέρα πήρε να μικραίνει. Νυχτώνει τώρα αισθητά πιο νωρίς. Τα βράδια στο τρένο και στον προαστιακό βαραίνουν, μια περιρρέουσα μελαγχολία είναι αισθητή ενίοτε στα βαγόνια. Ίσως και να έχει να κάνει με την εικόνα. Με το πλήθος των παραστάσεων που εναλλάσσονται στο παράθυρο. Η εικόνα οδηγεί σε συνειρμούς και σε βάζει αναπόφευκτα στη διαδικασία να σκεφτείς. Η επαναλαμβανόμενη και πανομοιότυπη μαυρίλα έξω από τα τζάμια του μετρό, αντιθέτως, ίσως και να είναι τελικά πιο προστατευτική για τον επιβάτη…ίσως...
Πιάνω στον προαστιακό θέση δίπλα στο παράθυρο. Είναι βραδάκι, γυρίζω από δουλειά και μάθημα, είμαι κουρασμένη. Απέναντι και δίπλα μου έρχονται να καθίσουν ένα κοριτσάκι με τους γονείς του. Το κοριτσάκι ρωτάει συνέχεια αν τρέχουμε αρκετά, η μαμά της γελάει, εκείνο ξαναρωτάει «μαμά, τρέχουμε τώρα;» , την κοιτάζω και μου σκάει ένα τεράστιο χαμόγελο. Κάθε που την κοιτάω το ίδιο τεράστιο χαριτωμένο χαμόγελο με τα αραιά δοντάκια σχηματίζεται στο προσωπάκι της. Είναι πολύ χαρούμενο παιδάκι. Ξαφνικά γυρίζει στη μαμά της, της ψιθυρίζει κάτι στο αυτί, η μαμά της γελώντας συγκαταβατικά σκύβει και από τις τσάντες που κρατάει βγάζει ένα παπούτσι μπαλαρίνα βυσσινί με φιογκάκι και της το δίνει. Το κοριτσάκι προτάσσει το χέρι του και μου το δείχνει.
-Κοίτα, είναι καινούριο.
-Τι όμορφο..δικό σου είναι;
-Ναι, το πήρα για το μπαλέτο, αλλά και για να περπατάω. Γιατί αυτό, ξέρεις, δεν είναι σαν τα άλλα παπούτσια.
-Είναι άνετο;
-Ναι, είναι άνετο.
Ξαφνικά κολλάει το προσωπάκι της στο τζάμι και προσπαθεί να δει έξω.
-Δε βλέπω τίποτα. Τρέχουμε τώρα;
-Ναι, τρέχουμε πολύ.
-Κι εγώ με το πατίνι τρέχω πάρα πολύ. Πάω σφαίρα!
Η στάση μου έφτασε. Σηκώνομαι να κατέβω.
-Γεια σου, κορίτσι! Μου λέει, μου χαμογελάει πάλι πλατιά και κουνάει το χεράκι της μέχρι που βγαίνω από το συρμό.
Στο μετρό περιμένοντας να έρθει ο συρμός μου παρατηρώ τους γύρω μου. Η κοπέλα που κάθεται δίπλα μου βγάζει από την τσάντα της ένα μπλοκάκι και στυλό κι αρχίζει να γράφει κάτι. Βλέπω τις πρώτες λέξεις και από περιέργεια κοιτώ να δω τι θα γράψει στη συνέχεια. Σκέφτεται κάθε πρόταση πολύ, πριν την αποτυπώσει στο χαρτί. Οι πρώτες αράδες που πρόλαβα να δω, πριν έρθει ο συρμός και σηκωθούμε για να εισέλθουμε, ήταν οι εξής:
«Πόλη άδεια, αλλά ζει. Φώτα παντού. Άνθρωποι ήταν εδώ πριν λίγο, αλλά τώρα; Ησυχία, ηρεμία, εφιάλτης, ύπνος, νάρκωση. Η πόλη ζει και χωρίς ανθρώπους. Οι άνθρωποι είναι λεπτομέρεια […]»
Τις διαβάζω αυτές τις γραμμές και σκέφτομαι «Θε μου, τι λέει; Τι λέει; Είναι δυνατόν;»
Δεν υπάρχει πόλη δίχως ανθρώπους. Αν λείπουν αυτοί, η πόλη είναι φάντασμα, παύει να υπάρχει. Τι θα ’ταν άραγε οι πόλεις χωρίς τους ανθρώπους τους, αν όχι έρημοι χώροι, αδιάφοροι, δίχως παρόν και μέλλον; Οι άνθρωποι είναι το καθοριστικό στοιχείο κάθε πόλης, είναι αυτοί που τη διαμορφώνουν, αυτοί που της δίνουν ζωή κι από κουκίδα στο χάρτη γίνεται πόλη ζωντανή με λεωφόρους, σινεμά, σχολεία, πλατείες…Αυτό που κάνει τις πόλεις είναι οι άνθρωποι και οι στιγμές τους. Όπως ακριβώς πολύ όμορφα το γράφει ο Τσίρκας στις Ακυβέρνητες Πολιτείες, κι είναι αυτή μια φράση από τις πιο αγαπημένες μου της ελληνικής πεζογραφίας:
«Μια ζωή που έζησες, την έζησες, δεν τη βρίσκεις αλλού. Γιατί την έζησες μέσα σε μυρουδιές, μέσα σε φώτα, μέσα σε ήλιους και βροχές, μέσα σ’ ανθρώπους. Κι αυτά όλα θα μένουν πίσω σου και θα τ’ αναζητάς»...


























C.

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

"Του δρόμου" (3)


Ι. Αερολιμένας Ελ. Βενιζέλος:

Προγραμματισμένη (θού Κύριε..) πτήση
με το ΚΤΕΛ του αέρα (βλ. EasyJet) για Λονδίνο.
Στοιβαγμένοι υποψήφιοι επιβάτες της
ο-θεός-να-την-κάνει αεροπορικής εταιρ(ε)ίας.

Ξάφνου, προσπερνά με αέρα και ψώνιο 100 κιλών
ο Στέλιος Χατζη-ιωάννου (ιδιοκτήτης του ΚΤΕΛ):

Βρεττανός υπήκοος:
"Αt least, he does not prefer
British Airways"

II. Σπάνια συνταυτίζομαι απόλυτα με καλλιτέχνη.
Αυτή είναι μία από τις σ
πάνιες στιγμές.

"Είμαι βαθύτατα Χριστιανός,
αλλά
αδυνατώ να εφαρμόσω το Χριστιανισμό"

Δ. ΜΥΤΑΡΑΣ

ΙΙΙ. Συνομιλία στο κινητό με άχρηστο
άνθρωπο, που αδυνατεί να προσανατολιστεί
στην πόλη που γεννήθηκε:

- "Θα έρθω να σε πάρω από κει που είσαι.
Έλα στο μπουγατσάδικο τώρα. Θα σε βρω εκεί"

Ο ως άνω άνθρωπος δεν εμφανίζεται.
Χτυπά το κινητο του μετά από 5 λεπτά:

- "Μπουγάτσα... Ξέρεις τί είναι";


IV. Στιγμές ειλικρίνειας μεταξύ ενός ζεύγους:

ΕΚΕΙΝΟΣ:
-"Θυμάμαι την 1η φορά που μου μαγείρεψες..
Ήταν στο 1ο μας ραντεβού. Το φαγητό ήταν
χάλια. Πέταγες το φιλέτο στον τοίχο και
έσπαγε το τούβλο. Ακόμα θυμάμαι το δόντι
που άφησα επάνω...."

ΕΚΕΙΝΗ:
-"Κι εγώ τη θυμάμαι.. Θυμάμαι επίσης και τί
σου είπα τότε.. Εσ
ύ, το θυμάσαι αυτό;"

ΕΚΕΙΝΟΣ:
-"Όχι. Τί;

ΕΚΕΙΝΗ:
-"Χαίρομαι που δε σου άρεσε, γιατί αυτή ήταν
η τελευταία φορά που σου μαγείρεψα..."

Μετράνε μαζί 30 χρόνια ευτυχούς(;) γάμου.








by Balekos

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

Παρίσι-Αβάνα με 0.50 € (ταξίδια και σκέψεις της πεντάρας)


Άμα πάρεις το 550 που πάει προς Κηφισιά, κάνεις σε διάστημα μισής ώρας το γύρο του κόσμου. Κι αν όχι το γύρο του κόσμου, από Παρίσι κι από Αβάνα περνάς σίγουρα. Χωρίς να ξοδέψεις πάνω από 0.80 ευρώ. Άντε, 0.50, αν είσαι φοιτητής ή γενικά δικαιούσαι μισό εισιτήριο. Κι άμα δε με πιστεύεις, τσέκαρε τις στάσεις του και θα δεις.
Εγώ, που λες, σήμερα το πήρα και προς την Κηφισιά και προς το κέντρο. Όχι ότι έχει σημασία, αλλά κάπως πρέπει να περάσω σ’ αυτό που θέλω να πω στη συνέχεια. Για το καινούριο μου mp3 (μάλλον mp4, όπως με πληροφόρησαν , αλλά δε βαριέσαι..για μένα όλα το ίδιο είναι), το οποίο με τροφοδοτούσε με μουσικές σε όλη τη διαδρομή. Ενέδωσα κι εγώ στη μόδα του ακουστικού στο αυτί, αν και δεν είμαι σίγουρη ότι έκανα καλά. Μέχρι τώρα ποτέ δεν άκουγα μουσική στο δρόμο (εννοώ περπατώντας, γιατί στο αμάξι εντάξει, δεν γίνεται χωρίς μουσική). Μου αρέσει να ακούω τους ήχους της πόλης, αγαπώ ακόμη και τη φασαρία της. (Κι ύστερα, αν είχα ακουστικά στ’ αυτιά δε θα μπορούσα να ακούσω τις προάλλες εκείνα τα τιτιβίσματα στη Φιλελλήνων, που όσο κι αν σήκωσα ψηλά το κεφάλι μου, δεν κατάφερα να ανακαλύψω από πού προέρχονται. Υπάρχουν τιτιβίσματα στην πόλη, ακόμη και στο κέντρο, στις μεγάλες λεωφόρους. Αν αφουγκραστείς προσεκτικά, θα το δεις.) Αποφάσισα ότι πρέπει να αλλάξω τακτική στο τελευταίο μου ταξίδι με το κτελ, όπου αναγκάστηκα να υποστώ τα σκυλάδικα που μας είχε βάλει ο οδηγός στα μεγάφωνα, μετανιώνοντας αυτή την άρνησή μου ως προς την αγορά mp3. Βρέθηκα, λοιπόν, την προηγούμενη βδομάδα σε ένα καινούριο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών και επί τη ευκαιρία πήρα και το mp3(4).
Ναι, εντάξει, η μουσική είναι όμορφο να σε συνοδεύει στον περίπατό σου. Αλλά εγώ από την πρώτη στιγμή άρχισα να έχω δεύτερες σκέψεις. Σαν να μου φαίνεται καλύτερα ήμουν με τις κόρνες και τα μαρσαρίσματα… γιατί τώρα που ακούω μουσική, ακούω αναπόφευκτα και στίχους (γιατί μέχρι στιγμής στο δρόμο μόνο ραδιόφωνο ακούω) κι αυτό με βάζει στη διαδικασία να σκέφτομαι. Κι εντάξει, πάντα σκέφτομαι όταν περπατάω μόνη μου (και ποιος δεν το κάνει;), αλλά άλλη αυτή η ενδοσκόπηση κι άλλη αυτή που κάνεις υπό το βάρος κάποιου στίχου…η δεύτερη μου πέφτει πιο βαριά, η μουσική υπόκρουση με μελαγχολεί. Ίσως τελικά να προτιμώ το soundtrack της πόλης.
Τι άκουσα σήμερα στην πόλη; Τις φωνές των Αφρικανών που πουλάνε τσάντες και πορτοφόλια πιστά αντίγραφα μεγάλων οίκων, και της αστυνομίας. Περίμενα Μητροπόλεως και Φιλελλήνων για να περάσω στο φανάρι και ξάφνου πέρασε ξυστά δίπλα μου αλαφιασμένος ένας Αφρικάνος με την πραμάτεια του τυλιγμένη σε ένα σεντόνι. «Ντου της αστυνομίας», σκέφτηκα. Αφού πέρασα απέναντι διαπίστωσα ότι αρκετά πορτοφόλια του είχαν σκορπίσει στο δρόμο κι αυτός δίσταζε να γυρίσει και να τα μαζέψει. Τελικά αποφάσισε να επιστρέψει και ακολουθώντας τον με το μάτι είδα 2 τύπους της δημοτικής αστυνομίας να κλωτσάνε τις τσάντες και τα πορτοφόλια των Αφρικάνων, που είχαν σκορπίσει στο δρόμο. Αυτοί πήγαιναν να τα μαζέψουν κι οι αστυνομικοί τους τα τράβαγαν από τα χέρια και τα πετούσαν. Είχα αρχίσει να νευριάζω κι ήμουν σχεδόν έτοιμη να πάω να τους πω ότι δεν είναι τρόπος αυτός να φέρονται, ώσπου είδα έναν από τους Αφρικανούς να σπρώχνει τον έναν από τη δημοτική αστυνομία, αυτός να προσπαθεί να ανταποδώσει το σπρώξιμο και γενικά να γίνεται ένας μικρός χαμός. Πλάκωσαν μετά και 2 αστυνομικοί, άρχισαν να κυνηγάνε τον έναν Αφρικανό… «θα νομίζουν κι ότι κάτι κάνουν», σκέφτηκα, «για την ασφάλεια των πολιτών..αυτή είναι η ασφάλεια, αλήθεια;;».
Στ’ αυτιά μου ακούω «δεν είναι ο κόσμος ιδανικός, για τα ταξίδια είναι δανεικός, για να ’χει όνειρα να κάνει ο ενικός..»
Τέλος πάντων, συνέχισα τον δρόμο μου, σ’ έναν παράδρομο της Κριεζώτου κόσμος μαζεμένος και κάποιος μίλαγε σε ένα μεγάφωνο για την Ολυμπιακή (άλλη πληγή αυτή, από πού να αρχίσεις και πού να τελειώσεις), στην Ακαδημίας πορεία των δημοσιογράφων (νομίζω), στη Σταδίου άλλη πορεία, συνθήματα, σημαίες (και ποιος ακούει, αλήθεια;), στην παλιά Βουλή μπροστά από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη ένα τόσο δα κοριτσάκι –δε θα’ ναι ούτε 3 χρόνων- με κόκκινο φόρεμα, κόκκινο καλσόν και κατακόκκινα παπουτσάκια μαγεύεται από τα λουλούδια και μπαίνει μέσα στο παρτέρι. Συνεχίζω το δρόμο μου και στ’ αυτιά μου ο Παύλος ψιθυρίζει:

«Όταν πεθαίνει γύρω κάθε ομορφιά
ακούω το σφυγμό σου να χτυπάει
μέσα στο στήθος μου για λίγο σταματάει
ο πόνος έστω και για λίγο σταματάει

Όταν πεθαίνει η ομορφιά παντού τριγύρω
σε ψάχνω γύρω αλλά σε βρίσκω εντός μου
γύρω απ' τον ήλιο σου κάνω έναν γύρο
και προσγειώνομαι σ' έναν καινούριο κόσμο

Κατρακυλάω μέσα στον ύπνο μου σα βράχος
ακούω σκυλιά να ουρλιάζουνε και τρέχεις
καθώς ξυπνάω μου ψιθυρίζεις να προσέχεις
πώς άντεξες τόσο καιρό μονάχος

Όταν πεθαίνει γύρω κάθε ομορφιά
ένα πουλί χτυπάει στα τζάμια και πεθαίνει
πάνω απ' την πόλη η ψυχή του ανεβαίνει
και ζωγραφίζει στον ορίζοντα φτερά

Λα λα λα ...

Όταν πεθαίνει γύρω κάθε ομορφιά
γίνεται ο κόσμος γυάλινα κομμάτια
μα έτσι όπως με κοιτάς μ' αυτά τα μάτια
ο πόνος έστω και για λίγο σταματάει…»

Μπήκε φθινόπωρο στην πόλη κι είναι όμορφα…



C.