Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

...Δόστου κλότσο να γυρίσει..


Παραμύθι ν'αρχινίσει...
ΗΤΑΝ μια φορά κι έναν καιρό ένα ευτυχισμένο, παραγωγικό Μυρμήγκι που ξεκινούσε κάθε μέρα, πρωί πρωί, για τη δουλειά του. Περνούσε όλη του τη μέρα δουλεύοντας και τραγουδώντας, μες στην καλή χαρά! Του άρεσε πάρα πολύ να εργάζεται και, φυσικά, η απόδοσή του ήταν εξαιρετική. Μόνο που, δυστυχώς, στην επιχείρηση δεν υπήρχε manager να το κατευθύνει...Ο ΚΗΦΗΝΑΣ, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, αποφάσισε πως αυτή η κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο κι έτσι δημιούργησε μια θέση manager, για την οποία προσέλαβε μια ιδιαίτερα έμπειρη Πασχαλίτσα. Πρώτο μέλημα της Πασχαλίτσας ήταν να εποπτεύσει το ωράριο του μυρμηγκιού και γι' αυτό προχώρησε αμέσως στην οργάνωση ενός συστήματος ελέγχου με κάρτες. Σύντομα χρειάστηκε να προσλάβει μια γραμματέα, που ανέλαβε να ετοιμάζει τους φακέλους αναφοράς με τη βοήθεια μιας νεοπροσληφθείσης Αράχνης.Η ΑΡΑΧΝΗ επιφορτίστηκε με το σύστημα αρχειοθέτησης, καθώς και με το τηλεφωνικό κέντρο. Στο μεταξύ, το ευτυχισμένο Μυρμήγκι συνέχιζε να δουλεύει, να δουλεύει, να δουλεύει... Ο Κηφήνας ήταν τόσο ευχαριστημένος με τις καθημερινές αναφορές που λάμβανε από την Πασχαλίτσα, που της ζήτησε να του ετοιμάσει μια συγκριτική μελέτη με γραφήματα και ανάλυση τάσεων. Ετσι απευθύνθηκαν σε μια Κατσαρίδα, στην οποία αγόρασαν ένα νέο σετ υπολογιστή - εκτυπωτή, για να βοηθήσει στην εκπόνηση της μελέτης.ΤΟ ευτυχισμένο, παραγωγικό Μυρμήγκι άρχισε δειλά δειλά να διαμαρτύρεται για όλη αυτή τη γραφειοκρατία και το χαρτοβασίλειο. Μοιραία οι ρυθμοί της δουλειάς του άρχισαν να μειώνονται... Ο Κηφήνας αποφάσισε να πάρει αμέσως μέτρα γι' αυτή την απαράδεκτη κατάσταση και έφερε επειγόντως έναν ειδικό διευθυντή, αρμόδιο να επιβλέπει το ευτυχισμένο, παραγωγικό Μυρμήγκι.ΤΗ θέση ήρθε να καλύψει ένας Τζίτζικας, που άλλαξε αμέσως τη φθαρμένη επίπλωση του γραφείου του και ζήτησε μια ειδική, εργονομική πολυθρόνα κι έναν υπολογιστή με επίπεδη οθόνη. Βέβαια, με τόσους υπολογιστές που μαζεύτηκαν η εταιρεία αναγκάστηκε να αγοράσει έναν server.Ο ΝΕΟΣ διευθυντής ένιωσε σύντομα την ανάγκη να προσλάβει έναν υποδιευθυντή, ώστε με τη βοήθειά του να καταστρώσει ένα στρατηγικό πλάνο και τον προϋπολογισμό αυτού του νέου τμήματος. Οσο γίνονταν όλα αυτά, το Μυρμήγκι ένιωθε όλο και λιγότερο ευτυχισμένο, όλο και λιγότερο παραγωγικό... Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ δεν έχασε χρόνο. «Πρέπει να παραγγείλουμε μια έρευνα σχετικά με τα προβλήματα του επαγγελματικού περιβάλλοντος και τις αντιδράσεις των εργαζομένων», τόνισε. Μόνο που μια μέρα ο Κηφήνας, καθώς μελετούσε τις αναφορές και τα στοιχεία, συνειδητοποίησε ότι ο τομέας στον οποίο προσέφερε τις υπηρεσίες του το Μυρμήγκι δεν ήταν πλέον τόσο κερδοφόρος. Αμέσως ζήτησε από την Κουκουβάγια να γνωμοδοτήσει πάνω στο θέμα και να εισηγηθεί κάποιες λύσεις. Τρεις μήνες αργότερα η Κουκουβάγια έφερε την έκθεσή της, που κατέληγε ως εξής:«ΣΤΗΝ επιχείρηση υπάρχει πλεόνασμα προσωπικού». Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Κηφήνας ακολούθησε τη συμβουλή της Κουκουβάγιας και... απέλυσε το Μυρμήγκι!ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Από το να 'σαι ένα ευτυχισμένο, παραγωγικό Μυρμήγκι, καλύτερα να 'σαι ένα ανίκανο Τίποτα. Ενας άχρηστος. Αλλωστε, οι ανίκανοι δεν έχουν καμία ανάγκη εποπτείας. Αν επιμένεις να είσαι παραγωγικό μυρμήγκι, τουλάχιστον μη δείχνεις ότι είσαι και ευτυχισμένο... Δεν θα σου το συγχωρήσουν ποτέ! Αν πάλι, ξεροκέφαλε, επιμένεις να είσαι ευτυχισμένο μυρμήγκι, φρόντισε να δημιουργήσεις δική σου επιχείρηση, για να μη χρειαστεί να συντηρείς κηφήνες, πασχαλίτσες, αράχνες, τζιτζίκια, κουκουβάγιες και κατσαρίδες. Γυροφέρνουν πολλοί, που άμα βρουν ευκαιρία γίνονται παράσιτα...
ΗΤΑΝ ένα πολιτικοποιημένο παιδικό παραμύθι που κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο...αλλά πολύ περισσότερο εκεί έξω..in real life !!!!!

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Εσύ, νηστεύεις;


Όσο πλησιάζει το Πάσχα τόσο συχνότερα ακούω αυτήν την ερώτηση. Και τόσο σπανιότερα μπαίνω στον κόπο να απαντήσω. Συνήθως προσπερνώ την ερώτηση, μαζί με αυτήν και την διάθεση των ερωτούντων να μου κολλήσουν μια ταμπελίτσα ανάλογα με την απάντηση που θα λάβουν. Όταν αποφασίζω, όμως, να απαντήσω του δίνω και καταλαβαίνει.

Όταν λέω ‘ναι’, αποκρίνονται ‘κι εγώ’ και μου χαμογελούν πονηρά λες και κάναμε καμία μυστική συνομωσία.
Όταν λέω ‘όχι’, με κοιτούν με αποδοκιμασία από πάνω μέχρι κάτω ρωτώντας ‘Γιατί; Τόσο δύσκολο σου είναι πια;’
Καμιά φορά τους λέω: ‘Φυσικά και νηστεύω. Τρώω μόνο χαβιάρι’. Άλλες πάλι ότι είμαι δωδεκαθείστρια.
Έχει πλάκα να παίζεις με τα ηθικά- και κυρίως τα θρησκευτικά-αντανακλαστικά των ανθρώπων…


Δεν κρίνω ούτε αυτούς που νηστεύουν ούτε αυτούς που δεν το κάνουν. Ο καθένας πράττει κατά συνείδηση. Αλλά θεωρώ υποκριτική την διαφήμιση της νηστείας και τον εκβιασμό που την συνοδεύει. Λες και αν δεν φας κρέας θα αποσβέσεις τις αμαρτίες σου.


Οφείλω, πάντως, να παραδεχτώ ότι αυτή η ιστορία με την νηστεία μάς ωφελεί όλους κατά βάθος: και τους νηστεύοντες που επιβεβαιώνουν την πίστη τους σε σχέση με τους ‘άπιστους’, και τους μη νηστεύοντες που το αντιμετωπίζουν σκωπτικά. Κυρίως, όμως, ωφελεί τους παπάδες που αποτελούν το ζωντανό παράδειγμα της νηστείας. Έχει δει κανείς χοντρό παπά;

Πονηρούλη Δημιουργέ! Τα πάντα εν σοφία εποίησες…
by V.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Ο χωρισμός... σου πάει πολύ!

Δε μου αρέσει που χωρίζουν οι άνθρωποι μετά
από μακροχρόνιες σχέσεις. Είναι απλά θλιβερό.

Και καλά. Πες, χωρίζεις. Ο τρόπος όμως, παίζει
ρόλο. Δια αλληλογραφίας, είναι ομολογουμένως
κάπως απότομος.

Αν όμως ήταν κάπως έτσι, τότε δεν έχεις και
πολλά περιθώρια...


Το γράμμα του ενός:

"Αν δεν το κατάλαβες, έφυγα. Τα πράγματά μου τα πήρα.
Τα πράγματά σου τα έκαψα. Ελπίζω η φωτιά να μην εξαπλώ-
θηκε στο διαμέρισμα της μάνας σου, αν και δε βρίσκω έναν
ικανοποιητικό λόγο να μην το κάνει. Ειλικρινά, λυπάμαι που
πασάλειψα τον Ρόμπιν με κόπρανα και φελιζόλ, αλλά είχα
πιει. Σου άφησα μερικά ρούχα να φορέσεις, αν και θα δυσκο-
λευτείς να τα βγάλεις από τη λεκάνη. Συγγνώμη που έδωσα
όλα τα βιβλία σου για ανακύκλωση. Τα CD σου ήταν τόσο
άθλια, που αποφάσισα να τα αφήσω. Τα βινύλια, τα χαράκωσα
όλα, αφού έτσι κι αλλιώς, δεν έχεις πλέον πικ απ.

Μετά τον τελευταίο μας τσακωμό, σκέφτηκα πως είσαι τελικά
μεγάλος μ******ς. Έχεις τη λεπτότητα, την ευαισθησία και την
εξυπνάδα ενός πλάσματος, που η μοίρα αποφάσισε τελικά
πως μπορεί να ζήσει και χωρίς αυτά. Τουλάχιστον το ΣΕΞ
τους τελευταίους μήνες ήταν εκπληκτικό. Φυσικά, σε αυτό
βοήθησαν και οι φίλοι σου. Μη στεναχωριέσαι. Θέλω να
ξέρεις πως ο κόσμος είναι γεμάτος από ηλίθιες τσούλες,
ικανές να αντέξουν ένα μ****α σαν κι εσένα. Αρκεί να είσαι
ο εαυτός σου.

Σαφέστατα λοιπόν, ΑΝΤΙΟ.

ΥΓ 1: Ελπίζω να τρως ακόμα τα νύχια σου. Πότισα το γράμμα
αυτό με ούρα, που πήρα από το Νοσοκομείο. Μην ανησυχείς.
Η σύφιλη θεραπεύεται. Όπως και οι μύκητες.

ΥΓ 2: Όχι όμως και ηπατίτιδα C.

ΥΓ 3: Σε περίπτωση που θελήσεις να κάνεις κάτι το ρομαντικό,
όπως να ψάξεις και να με βρεις, κουτό μου παιδί, πρέπει να
σου πω ότι τα λεφτά που μου άφησες για να πληρώσω το ενοίκιο,
τα έδωσα σε κάτι Αλβανούς για να σου σπάσουν τα πόδια.

ΥΓ 4: Η κ. Λίτσα, από απέναντι, με ρώτησε τί συμβαίνει και τα
μάζεψα και έφυγα. Της είπα ότι σε συνέλαβε η αστυνομία για
παιδεραστία. Καλύτερα να σταματήσεις να κάνεις ιδιαίτερα στις
κόρες της...

Πάντα όμως είναι σημαντικό να δίνουμε χώρο
και στην αντίθετη άποψη. Έτσι, ας δούμε το
γράμμα εκείνου....


"Αγαπημένη μου, το είχα καταλάβει εδώ και καιρό, πως ήσουν
έτοιμη να την κάνεις. Ειδικά, όταν αποφάσισες να διακόψεις το
πρόγραμμα απεξάρτησης από το αλκοόλ. Είχες τελειώσει όλο
το αλκοόλ στο σπίτι. Ακόμα και το άρωμά μου.. ή και το after
shave μου. Κατάλαβα ότι έφυγες, αφού ξεβρόμισε όλο το σπίτι.
Κοίταξα κάτω από το κρεβάτι και τα ρούχα σου έλειπαν.

Έφυγες όμως μάλλον βιαστικά και ξέχασες να απενεργοποιήσεις
το σύστημα πυρόσβεσης. Τα πράγματά μου βράχηκαν λίγο, αλλά
όλα καλά.

Ποιος είναι ο Ρόμπιν;;; Εγώ δεν έχω κατοικίδιο. Ποιο αδέσποτο
την πλήρωσε πάνω στη ζάλη σου; Επίσης, δεν μπορώ να καταλά-
βω γιατί έριξες τα πρόχειρα ρούχα της κηπουρικής στη λεκάνη.
Αλλά δεν το βρήκα και τόσο σημαντικό. Σημαντικό ωστόσο είναι
πως άδειασε η βιβλιοθήκη από τα εκατοντάδες Cosmopolitan,
που θεωρούσες Βίβλο της Γυναίκας, σαν κάτι άλλους μ******ς
που θεωρούν το Berto Lucci, Ναό του αντρικού ντυσίματος.

Όσο για τους δίσκους μου, μάλλον ξέχασες ότι τους έχω
μεταφέρει εδώ και καιρό σε mp3. Εξάλλου, αν θυμάσαι,
στο τελευταίο πάρτι που οργάνωσες, χρησιμοποιήσαμε
τα CD μου για σουβέρ και τα βινύλια τα κάναμε δίσκους
για καναπεδάκια.

Χαίρομαι για τους συλλογισμούς σου - κι ελπίζω να δεις
κι εσύ κάποτε το βίντεο που τράβηξα με εσένα να παίρνεις
ναρκωτικά ενώ έκανες πάρτι με ούζα με τους φίλους μου.
Ήταν η πρώτη μου πορνο-παραγωγή με ερασιτέχνες
ηθοποιούς, τους υποτιθέμενους φίλους μου....

Λυπάμαι που έφυγες έτσι βιαστικά και δεν πήρες κι εσύ
το ποσοστό σου, δεδομένου ότι πούλησα το βίντεο και
έπιασε 20.000€. Δε στεναχωριέμαι ωστόσο. Θα βρω
άλλη πρωταγωνίστρια για τα βίντεό μου. Έχω ήδη
αρχίσει να κάνω οντισιόν.

ΥΓ 1: Το μονοψήφιο IQ σου σε εμπόδισε να καταλάβεις
ότι τα λεφτά που σου άφησα, ήταν της Μονόπολης.

ΥΓ 2: Ελπίζω να συνέλθεις γρήγορα και να αντιληφθείς
ότι αυτό που μου έστειλες, ήταν E-mail. Είμαι λοιπόν
περίεργος να καταλάβω... πού έριξες τα ούρα..






Μιλάμε για επίπεδο, όχι για αστεία..

FW to B.



Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Ο χρόνος είναι χρήμα. Για όλους;


Κάπου αργά το απόγευμα, ένας χωρισμένος
πατέρας γυρνά σπίτι από την εργασία του,
κουρασμένος κι εκνευρισμένος.

Χαμηλός φ
ωτισμός επικρατεί σε όλο το διαμέρισμα.
Μόνο τα μεγάλα μάτια του γιου του, που τον
περιμένει στην πόρτα, λάμπουν.

Ο πατέρας, τον χαιρετά, σα να του κάνει σχεδόν
χάρη. Όχι σκόπιμα, αλλά, να.. ξέρεις πώς είναι
κανείς μια τέτοια ώρα, μετά από "μία μεγάλη μέρα".

"Μπαμπά, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;"
"Φυσικά, ό, τι θες", αποκρίθηκε ο πατέρας,
γυρίζοντας το φύλλο της εφημερίδας με το δεξί,
και αφήνοντας για λίγο το πιρούνι του να
ξεκουραστεί στο στόμιο του πιάτου.

"Μπαμπά, πόσα παίρνεις για μία ώρα που εργάζεσαι";
Ο πατέρας γυρνά στο παιδί γεμάτος έκπληξη και
του αποκρίνεται κάπως θυμωμένα: "Αυτό δεν είναι
δική σου δουλειά; Γιατί ρωτάς;"
"Πες μου. Θέλω να ξέρω. Σε παρακαλώ.
Πόσα παίρνεις στη μία ώρα;"

"Αφού επιμένεις.. εντάξει. Παίρνω 50 ευρώ
την ώρα" είπε και έφαγε την επόμενη μπουκιά,
προχωρώντας παράλληλα στην επόμενη γραμμή
του άρθρου, όπου και είχε καρφώσει τη ματιά του.

"Ωχ..", αναστέναξε ο μπόμπιρας, ρίχνοντας
το βλέμμα του στο πάτωμα. Και συνέχισε:

"Μπαμπά, μπορείς σε παρακαλώ να μου δανείσεις
25 ευρώ; Είναι ανάγκη".

Ο πατέρας, φανερά εξαγριωμένος, του λέει:
"Αν ο λόγος για τον οποίο με ρώτησες πόσα
παίρνω, είναι να δανειστείς, ώστε να αγοράσεις
κάποιο ανόητο παιχνίδι ή κάποιο άλλη αηδία,
τότε, να πας αμέσως στο κρεβάτι σου.
Εγώ δεν εργάζομαι για τις δικές σου
παιδαριώδεις επιπολαιότητες".

Ο μικρός αποχώρησε αθόρυβα, σέρνοντας τον
αρκούδο του, που έγλειφε το πάτωμα, έχοντας
τη θλίψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του κι αυτός.

Ο πατέρας κάθισε σκεπτόμενος και αναρωτιόταν
θυμωμένος, πώς τόλμησε ο γιος του να του
κάνει μια τέτοια ερώτηση, μόνο για να του
αποσπάσει κάποια χρήματα. Και θύμωνε όλο
και πολύ.

Μετά από λίγο όμως, αφού ο θυμός του έσβησε
και σκέφτηκε πιο νηφάλια, αναθεώρησε:
"Το παιδί μου δε μου ζητά συχνά χρήματα.
Ίσως να τα θέλει για κάποιο συγκεκριμένο
σκοπό". Πλησίασε την πόρτα του δωματίου
του μικρού και την άνοιξε.

"Κοιμάσαι γιε μου", ρώτησε στο σκοτάδι.
"Δεν κοιμάμαι", απάντησε το αγόρι.

"Σκεφτόμουν πως ίσως ήμουν σκληρός κι
υπερβολικός μαζί σου πριν από λίγο.
'Ηταν μια δύσκολη μέρα για μένα και
ξέσπασα την κούρασή μου πάνω σε σε.
Να τα 25 ευρώ που μου ζήτησες".

Το παιδί, έτρεξε πάνω του και μπήκε
στην αγκαλιά του πατέρα, χαρούμενο
πια. "Σ' ευχαριστώ μπαμπά", αναφώνησε.

Κατόπιν, πλησιάζει το μαξιλάρι του και
βγάζει από κάτω λίγα τσαλακωμένα χαρτο-
νομίσματα.

Ο πατέρας όμως, βλέποντας πως το παιδί του
έχει ήδη κάποιο χρηματικό ποσό, αρχίζει να
νευριάζει και πάλι. Το αγόρι, μετρά τα
χρήματα και γυρνά προς τη μεριά του πατέρα.

"Μα γιατί θες περισσότερα χρήματα, εφόσον
έχεις ήδη μερικά;" γκρίνιαξε ο μπαμπάς.
"Δεν είχα όσα χρειαζόμουν. Τώρα είμαι όμως
εντάξει" είπε ο γιος, κοιτώντας τα χρήματα
ως άλλη λιχουδιά.

Παύση.

Ο μικρός, ικανοποιημένος πια, λέει στον
πατέρα του: "Μπαμπά, έχω 50 ευρώ πια.
Θα μπορούσα να αγοράσω μία ώρα από το
χρόνο σου; Έλα αύριο πιο νωρίς στο σπίτι.
Θα ήθελα πολύ να γευματίσουμε μαζί".

Θυμίσου κι εσύ να μοιραστείς την αξία
του χρόνου σου με εκείνους που αγαπάς.



by B.

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

ΝΥΧΤΕΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ


623…624…625…
Κοντεύω να μετρήσω δύο στάνες πρόβατα κι ακόμα τίποτα…

Βγαίνω στο μπαλκόνι για τσιγάρο.
Ο σκύλος του γείτονα με κοιτάζει και κουνάει την ουρά του.
Άγρυπνος κι αυτός. Και φρουρός.

Μπαίνω μέσα, ανοίγω την τηλεόραση.
Πέφτω πάνω σε κάτι telemarketing που προσπαθούν να με πείσουν ότι η ζωή μου θα αλλάξει αν χρησιμοποιήσω την νέα επαναστατική-ηλεκτρομαγνητική-αντιστατική βούρτσα μαλλιών που άμα λάχει σκοτώνει και τις ψείρες.
Τρίχες! Εγώ μόνο να κοιμηθώ θέλω…

Αλλάζω κανάλι κι εντοπίζω τον Λιακόπουλο.
Νεφελίμ, Ελοχίμ και καραπιπερίμ, πιπερίμ, πιπερίμ…
Άσε, αγριεύει το πράγμα.
Την κλείνω.

Δύο και μισή.Το μάτι γαρίδα.
Να πιω μια βαλεριάνα; Και πώς θα αποδώσω αύριο στην δουλειά;
Να πάρω χάπι; Μπα…Θα με πιάσει πονοκέφαλος και μετά θα παίρνω παυσίπονα.

Πήγε τέσσερις.
Ανεβαίνω στην ταράτσα.
Κοιτάζω γύρω γύρω και, από το Μαρούσι μέχρι τον Υμηττό, όλη η πόλη κοιμάται.
Κάπου κάπου περνάει ένα αυτοκίνητο.
Ένα αστέρι πέφτει.
Κάνω μια ευχή: να κοιμηθώ…

Πέντε και μισή.
Ξημέρωσε. Ακούω το πρώτο λεωφορείο να περνάει.
Δεν βαριέσαι, θα πάω άυπνη στη δουλειά.
Ας μην είμαι παραγωγική μονάδα σήμερα.
Δικαίωμά μου δεν είναι;

Το mp3 μου τραγουδάει
‘…μην με φοβάσαι, μην με φοβάσαι
νύχτες αγρύπνιας να με θυμάσαι…’

Σε θυμάμαι. Πάντα.
by V.

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

ΑΓΡΙΑ ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ



‘Σταμάτα να με καταδιώκεις!...διώκεις...διώκεις...διώκεις.’.
Αυτή η κραυγή ακούστηκε σχεδόν σε όλη την Μητροπόλεως. Ένας μαγαζάτορας το φώναζε στην μητέρα του. Σχεδόν την εκλιπαρούσε...


Η γριά είχε αράξει σε μια καρέκλα στον πεζόδρομο και διάβαζε εφημερίδα. Που και που μουρμούριζε ακατάληπτες λέξεις.
Ο γιος της άνοιγε το μαγαζί κι έβγαζε το εμπόρευμα-κάτι παραδοσιακές τσάντες και τσολιαδάκια- στο δρόμο.
Εγώ χάζευα στην βιτρίνα του απέναντι κοσμηματοπωλείου.


Και ξαφνικά...
...η ΕΚΡΗΞΗ!!!


Τους κοίταζα για αρκετή ώρα και η φαντασία μου έφτιαχνε σενάρια...


Αυτή, χήρα πια, θα ήθελε τον γιο της δεμένο για πάντα κοντά της και μόνο μετά τον θάνατό της θα μπορέσει να κοιτάξει κι αυτός τη ζωή του.
Αυτός, ένας γιος που τυραννιέται από την μητέρα του, ζει μαζί της αλλά δεν μπορεί να κάνει κι αλλιώς καθώς η καλή μανούλα έχει με μαεστρία φροντίσει να τον γεμίσει με ενοχές.
Μόνο η μανούλα σε αγαπάει, αγόρι μου. Όλες ίδιες είναι’ και στο καπάκι
Γιατί δεν παντρεύεσαι να δω κι εγώ εγγόνι;’
Σχέση αγάπης και μίσους. Κάποια στιγμή φτάνεις στο σημείο να πεις ΄άι στο διάολο΄. Όχι στη ζωή σου, στην μάνα σου. Και μετά τρέχεις μετανιωμένος σαν το σκυλί να της ζητήσεις συγνώμη.


Ως εν δυνάμει μάνα θα έπρεπε να ταυτιστώ με την γριά αλλά επειδή ποτέ δεν μου συμβαίνει το αυτονόητο, συμπόνεσα τον άνδρα. Θες επειδή παιδιόθεν ταυτίζομαι με τον κάθε ταλαίπωρο; Θες λόγω της βαθιάς μου ανάγκης να κράζω τους ανθρώπους που θέλουν να επιβληθούν στους άλλους; Δεν ξέρω...


Τι θέλεις επιτέλους; Σταμάτα να με καταδιώκεις! Δεν αντέχω άλλο!’, επανέλαβε κι έβαλε τα κλάματα. Το διανοείσαι; Τα κλάματα!
Δεν έχω ακούσει πιο σπαρακτική φωνή στη ζωή μου...


By V.

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

Πέμπτη 5...του Μαρτίου και της Άνοιξης.



Περιέργως η συνήθης μελαγχολική διάθεση έμοιαζε να είναι κάπως πιο αισόδοξη σήμερα..συμβαίνουν κι αυτά ενίοτε...Αφού αντίκρισε με αδιαφορία τη συννεφιασμένη σχεδόν μουτρωμένη μέρα μηχανικά κατηφορίσαμε ( τα συνήθη συμπράγαλα, μια μισοσπασμένη ομπρέλα και η μάλλον ανοιξιάτικη διάθεση) για τη στάση. Ο αέρας δυνατός ,συνέπαιρνε τα υπερβολικά ατίθασα μαλλιά ...ιδίως μετά την προχθεσινή επίσκεψη στο κομμωτήριο δε συμμαζεύονται με τίποτα.. Η ελαφρώς πολύ αφηρημένη κομμώτρια είχε το νου της στην κυρία Νίτσα με τα αλουμινόχαρτα στο κεφάλι και σε μια άλλη που δε συγκράτησα το όνομά της και η οποία θεωρητικά είχε έρθει για χτένισμα- φούσκωμα λάχανο δηλαδή αλλά κατέληξε να αναλύει εντυπωσιασμένη τους Μεγάλους Έλληνες...σειρά είχαν τα προγνωστικά και η επιτόπια ψηφοφορία ... ευτυχώς δεν κλήθηκα να συμμετάσχω καθώς για την ώρα ήμουν μόνο υποψήφια για αποχώρηση ,πάλι καλά δηλαδή γιατί δεν άντεχα να τις ακούω άλλο... αυτά,κλείνει η παρένθεση

Με τα πολλά σήμερα βρέθηκα να περιηγούμαι ανάμεσα σε κάτι ξένους τουρίστες με τη φωτογραφική μηχανή ανά χείρας στην Ομόνοια..ξέμπλεξα γρήγορα και κατευθύνθηκα προς τη Στοα του Ειρηνοδικείου για να τιμήσω την ιδιαίτερα γευστική μπουγάτσα από τη "Δωδώνη"...

Παραδίπλα είναι ένα μικρό μαγαζάκι με έναν γραφικό τύπο , παλιάς κοπής τσαγκάρη με τον οποίο είχα την τύχη να γνωριστώ.. Αφορμή η επιδιόρθωση του υποδήματος ,το οποίο και φόραγα, ωστόσο όμως ο πολύ συμπαθής αυτός κύριος με διαβεβαίωσε ότι σε ένα λεπτό θα είναι έτοιμο...Χρειάστηκαν βέβαια σχεδόν είκοσι λεπτά κατά τα οποία στεκόμουν όρθια με το ένα πόδι ελαφρώς ανασηκωμένο αλλά ας είναι .. ήταν ευχάριστη η ταλαιπωρία .Αρχικά προσπάθησα να του εξηγήσω πως να το φτιάξει για να μην έχουμε πάλι ατυχήματα αλλά οι υποδείξεις μάλλον περίσσευαν..Φόρεσε τα χοντρά κοκκάλινα γυαλιά του και ρίχτηκε επί το έργον.. η αλήθεια είναι ότι είχε και ένα παλικάρι για βοηθό αλλά το service το αναλάμβανε εξ΄ολοκλήρου το αφεντικό...Οι κάθε λογής πελάτες σε συνεχή ροή ,τον διέκοπταν και εκείνος μιλούσε μαζί τους, κανόνιζε την ώρα παραλαβής το κόστος και όλα τα σχετικά..ταυτόχρονα καλημέριζε τους γνώριμους περαστικούς, ανταπέδιδε φιλοφρονήσεις και δεν έχανε την ευκαιρία να σχολιάζει δηκτικά ...από την ξανθιά μεγάλου εκτοπίσματος μεσόκοπη κυρία μέχρι την ευειδή νεαρά μάχιμη δικηγόρο σκαρφαλωμένη σε δωδεκάποντες το λιγότερο γόβες..η δουλειά έμενε πίσω βέβαια ,αλλά τον έκανα χάζι ...Μια γιαγιά πελάτισσα έφερε κάτι παλιομοδίτικα μισοφαγωμένα καφέ λουστρίνια ,κάτι περίεργο ζητούσε επίμονα.. ώσπου απηυδυσμένος λέει .."καλά άστα εδώ και βλέπουμε"..και στη συνέχεια μονολογεί ..Μας ζάλισε μια βδομάδα το πηγαινοφέρνει το "prada" ..Από το βάθος ακουγόταν χαμηλόφωνα το ραδιόφωνο, η φωνή του Καζαντζίδη ήταν ... προσπάθησα να εντοπίσω που το είχε χωνιασμένο αλλά δεν τα κατάφερα.. μέσα από τα παλιά γεμάτα γράσσο μηχανήματα τίποτα δεν ξεχώριζε..εκτός από την έντονη εικόνα - αίσθηση μιας άλλης τόσο διαφορετικής εποχής που φαντάζει μάλλον πολύ μακρινή..

Όσο για τά παππούτσια επιδιορθώθηκαν και μάλιστα χωρίς τη σχετική επιβάρυνση ,επειδή του φάνηκα λέει καλό παιδί .. Χαμογέλασα ευγενικά ,τον ευχαρίστησα εγκάρδια και υποσχέθηκα σε εκείνον και σε μένα να περνάω στο εξής πιο συχνά να τα λέμε τώρα μάλιστα που γνωριστήκαμε....

Συνέχισα για τον επόμενο προορισμό ..φόρεσα τα ακουστηκά ,άνοιξα την ομπρέλα , μούσκεψα από το διερχόμενο λεωφορείο, βοήθησα μια ευτραφή κυρία που γλίστρησε να σηκωθεί ... ευτυχώς όμως προθυμοποιήθηκαν κι άλλοι να συντονίσουν το έργο , γιατί υπερέβαινε κατά πολύ τα κυβικά μου.. αντίκρισα και ένα μαγαζί με αποκριάτικα δεν τα είχαν καλομαζέψει ακόμη..αλήθεια τελικά δεν μάθαμε τι έβαλε η γριά στο καρναβάλι... απλώς μείναμε να αναμένουμε την επόμενη κακόγουστη και μάλλον χυδαία έμπνευση του μυστηριώδους κυρίου Jumbo ...
by
z.






Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

ΚΥΝΙΣΜΟΣ Ή ΑΠΛΗ ΑΓΕΝΕΙΑ;



*Ως σύνδρομο της Στοκχόλμης αναφέρεται η συμπεριφορά εκείνη κατά την οποία το θύμα ταυτίζεται με τον θύτη του αναπτύσσοντας συναισθηματικούς δεσμούς και- παρά το γεγονός ότι κακοποιείται-φτάνει σε σημείο να τον αγαπήσει.


(Απόσπασμα από τα αγαπημένα ΠΑΡΑΤΡΑΓΟΥΔΑ)


Κύριος,58 ετών, συνταξιούχος του εμπορικού ναυτικού ζητά γνωριμία με κυρία 40 ετών.
Αννίτα: Τι σύνταξη παίρνετε;
Κύριος: Aυτό δεν θα ήθελα να το πω στον αέρα.
Α: (νευριασμένη) Γιατί κύριέ μου;
Κ: Ε, δεν θέλω.
Α: Ναι αλλά ας είμαστε ειλικρινείς, κύριέ μου. Είστε 58, δεν είστε 28. Άρα η γυναίκα που θα τηλεφωνήσει δεν θα σας θέλει για τα νιάτα σας. Πρέπει να υπάρχουν κι άλλα πράγματα. Διότι, αν είστε παλτό, τι να σας κάνει; Να φορέσει την παλτουδιά;
Κ: Εντάξει, αυτά θα τα πούμε από κοντά με την κυρία.
Α: Ε, όχι κύριέ μου! Γεια σας!
Και του κλείνει το τηλέφωνο.


[…]


Μετά από αλλεπάλληλα ‘ναι’ της Αννίτας ακούγεται επιτέλους μια φωνή από το πηγάδι.
Κύριος: Έλα Αννίταααα, Κώστας εδώωωωω! Από Χαλκίδααααα!
Αννίτα: Είστε κρυωμένος κύριε Κώστα;
Κ: Έλα;
Α: Έχετε κρυώσει, λέω; Σας ακούω μπουκωμένο.
Κ: Όχι, δεν είμαι κρυωμένος.
Α: (ψιθυριστά)…Απλώς κουφός είστε.

Το τραγικό δεν είναι ότι η Αννίτα μιλάει με αυτόν τον τρόπο. Το τραγικό είναι ότι δεν βρίσκεται κανείς να της αντιγυρίσει στα ίσα. Να της ‘την πει’, που λέμε…

by V.