Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Ο χρόνος είναι χρήμα. Για όλους;


Κάπου αργά το απόγευμα, ένας χωρισμένος
πατέρας γυρνά σπίτι από την εργασία του,
κουρασμένος κι εκνευρισμένος.

Χαμηλός φ
ωτισμός επικρατεί σε όλο το διαμέρισμα.
Μόνο τα μεγάλα μάτια του γιου του, που τον
περιμένει στην πόρτα, λάμπουν.

Ο πατέρας, τον χαιρετά, σα να του κάνει σχεδόν
χάρη. Όχι σκόπιμα, αλλά, να.. ξέρεις πώς είναι
κανείς μια τέτοια ώρα, μετά από "μία μεγάλη μέρα".

"Μπαμπά, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;"
"Φυσικά, ό, τι θες", αποκρίθηκε ο πατέρας,
γυρίζοντας το φύλλο της εφημερίδας με το δεξί,
και αφήνοντας για λίγο το πιρούνι του να
ξεκουραστεί στο στόμιο του πιάτου.

"Μπαμπά, πόσα παίρνεις για μία ώρα που εργάζεσαι";
Ο πατέρας γυρνά στο παιδί γεμάτος έκπληξη και
του αποκρίνεται κάπως θυμωμένα: "Αυτό δεν είναι
δική σου δουλειά; Γιατί ρωτάς;"
"Πες μου. Θέλω να ξέρω. Σε παρακαλώ.
Πόσα παίρνεις στη μία ώρα;"

"Αφού επιμένεις.. εντάξει. Παίρνω 50 ευρώ
την ώρα" είπε και έφαγε την επόμενη μπουκιά,
προχωρώντας παράλληλα στην επόμενη γραμμή
του άρθρου, όπου και είχε καρφώσει τη ματιά του.

"Ωχ..", αναστέναξε ο μπόμπιρας, ρίχνοντας
το βλέμμα του στο πάτωμα. Και συνέχισε:

"Μπαμπά, μπορείς σε παρακαλώ να μου δανείσεις
25 ευρώ; Είναι ανάγκη".

Ο πατέρας, φανερά εξαγριωμένος, του λέει:
"Αν ο λόγος για τον οποίο με ρώτησες πόσα
παίρνω, είναι να δανειστείς, ώστε να αγοράσεις
κάποιο ανόητο παιχνίδι ή κάποιο άλλη αηδία,
τότε, να πας αμέσως στο κρεβάτι σου.
Εγώ δεν εργάζομαι για τις δικές σου
παιδαριώδεις επιπολαιότητες".

Ο μικρός αποχώρησε αθόρυβα, σέρνοντας τον
αρκούδο του, που έγλειφε το πάτωμα, έχοντας
τη θλίψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του κι αυτός.

Ο πατέρας κάθισε σκεπτόμενος και αναρωτιόταν
θυμωμένος, πώς τόλμησε ο γιος του να του
κάνει μια τέτοια ερώτηση, μόνο για να του
αποσπάσει κάποια χρήματα. Και θύμωνε όλο
και πολύ.

Μετά από λίγο όμως, αφού ο θυμός του έσβησε
και σκέφτηκε πιο νηφάλια, αναθεώρησε:
"Το παιδί μου δε μου ζητά συχνά χρήματα.
Ίσως να τα θέλει για κάποιο συγκεκριμένο
σκοπό". Πλησίασε την πόρτα του δωματίου
του μικρού και την άνοιξε.

"Κοιμάσαι γιε μου", ρώτησε στο σκοτάδι.
"Δεν κοιμάμαι", απάντησε το αγόρι.

"Σκεφτόμουν πως ίσως ήμουν σκληρός κι
υπερβολικός μαζί σου πριν από λίγο.
'Ηταν μια δύσκολη μέρα για μένα και
ξέσπασα την κούρασή μου πάνω σε σε.
Να τα 25 ευρώ που μου ζήτησες".

Το παιδί, έτρεξε πάνω του και μπήκε
στην αγκαλιά του πατέρα, χαρούμενο
πια. "Σ' ευχαριστώ μπαμπά", αναφώνησε.

Κατόπιν, πλησιάζει το μαξιλάρι του και
βγάζει από κάτω λίγα τσαλακωμένα χαρτο-
νομίσματα.

Ο πατέρας όμως, βλέποντας πως το παιδί του
έχει ήδη κάποιο χρηματικό ποσό, αρχίζει να
νευριάζει και πάλι. Το αγόρι, μετρά τα
χρήματα και γυρνά προς τη μεριά του πατέρα.

"Μα γιατί θες περισσότερα χρήματα, εφόσον
έχεις ήδη μερικά;" γκρίνιαξε ο μπαμπάς.
"Δεν είχα όσα χρειαζόμουν. Τώρα είμαι όμως
εντάξει" είπε ο γιος, κοιτώντας τα χρήματα
ως άλλη λιχουδιά.

Παύση.

Ο μικρός, ικανοποιημένος πια, λέει στον
πατέρα του: "Μπαμπά, έχω 50 ευρώ πια.
Θα μπορούσα να αγοράσω μία ώρα από το
χρόνο σου; Έλα αύριο πιο νωρίς στο σπίτι.
Θα ήθελα πολύ να γευματίσουμε μαζί".

Θυμίσου κι εσύ να μοιραστείς την αξία
του χρόνου σου με εκείνους που αγαπάς.



by B.

2 σχόλια:

Vive La Vie... είπε...

Πολύ συγκινητική ανάρτηση, και πάνω απ' όλα αληθινή.
Κρατώ την τελευταία φράση...

Balekos είπε...

Σ'ευχαριστώ.
Είναι σημαντικό να βάζουμε
προτεραιότητες στη ζωή.

Β.