Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Μεταξύ συ(νει)ρμών…

Εδώ και μέρες συνειδητοποίησα ότι η μέρα πήρε να μικραίνει. Νυχτώνει τώρα αισθητά πιο νωρίς. Τα βράδια στο τρένο και στον προαστιακό βαραίνουν, μια περιρρέουσα μελαγχολία είναι αισθητή ενίοτε στα βαγόνια. Ίσως και να έχει να κάνει με την εικόνα. Με το πλήθος των παραστάσεων που εναλλάσσονται στο παράθυρο. Η εικόνα οδηγεί σε συνειρμούς και σε βάζει αναπόφευκτα στη διαδικασία να σκεφτείς. Η επαναλαμβανόμενη και πανομοιότυπη μαυρίλα έξω από τα τζάμια του μετρό, αντιθέτως, ίσως και να είναι τελικά πιο προστατευτική για τον επιβάτη…ίσως...
Πιάνω στον προαστιακό θέση δίπλα στο παράθυρο. Είναι βραδάκι, γυρίζω από δουλειά και μάθημα, είμαι κουρασμένη. Απέναντι και δίπλα μου έρχονται να καθίσουν ένα κοριτσάκι με τους γονείς του. Το κοριτσάκι ρωτάει συνέχεια αν τρέχουμε αρκετά, η μαμά της γελάει, εκείνο ξαναρωτάει «μαμά, τρέχουμε τώρα;» , την κοιτάζω και μου σκάει ένα τεράστιο χαμόγελο. Κάθε που την κοιτάω το ίδιο τεράστιο χαριτωμένο χαμόγελο με τα αραιά δοντάκια σχηματίζεται στο προσωπάκι της. Είναι πολύ χαρούμενο παιδάκι. Ξαφνικά γυρίζει στη μαμά της, της ψιθυρίζει κάτι στο αυτί, η μαμά της γελώντας συγκαταβατικά σκύβει και από τις τσάντες που κρατάει βγάζει ένα παπούτσι μπαλαρίνα βυσσινί με φιογκάκι και της το δίνει. Το κοριτσάκι προτάσσει το χέρι του και μου το δείχνει.
-Κοίτα, είναι καινούριο.
-Τι όμορφο..δικό σου είναι;
-Ναι, το πήρα για το μπαλέτο, αλλά και για να περπατάω. Γιατί αυτό, ξέρεις, δεν είναι σαν τα άλλα παπούτσια.
-Είναι άνετο;
-Ναι, είναι άνετο.
Ξαφνικά κολλάει το προσωπάκι της στο τζάμι και προσπαθεί να δει έξω.
-Δε βλέπω τίποτα. Τρέχουμε τώρα;
-Ναι, τρέχουμε πολύ.
-Κι εγώ με το πατίνι τρέχω πάρα πολύ. Πάω σφαίρα!
Η στάση μου έφτασε. Σηκώνομαι να κατέβω.
-Γεια σου, κορίτσι! Μου λέει, μου χαμογελάει πάλι πλατιά και κουνάει το χεράκι της μέχρι που βγαίνω από το συρμό.
Στο μετρό περιμένοντας να έρθει ο συρμός μου παρατηρώ τους γύρω μου. Η κοπέλα που κάθεται δίπλα μου βγάζει από την τσάντα της ένα μπλοκάκι και στυλό κι αρχίζει να γράφει κάτι. Βλέπω τις πρώτες λέξεις και από περιέργεια κοιτώ να δω τι θα γράψει στη συνέχεια. Σκέφτεται κάθε πρόταση πολύ, πριν την αποτυπώσει στο χαρτί. Οι πρώτες αράδες που πρόλαβα να δω, πριν έρθει ο συρμός και σηκωθούμε για να εισέλθουμε, ήταν οι εξής:
«Πόλη άδεια, αλλά ζει. Φώτα παντού. Άνθρωποι ήταν εδώ πριν λίγο, αλλά τώρα; Ησυχία, ηρεμία, εφιάλτης, ύπνος, νάρκωση. Η πόλη ζει και χωρίς ανθρώπους. Οι άνθρωποι είναι λεπτομέρεια […]»
Τις διαβάζω αυτές τις γραμμές και σκέφτομαι «Θε μου, τι λέει; Τι λέει; Είναι δυνατόν;»
Δεν υπάρχει πόλη δίχως ανθρώπους. Αν λείπουν αυτοί, η πόλη είναι φάντασμα, παύει να υπάρχει. Τι θα ’ταν άραγε οι πόλεις χωρίς τους ανθρώπους τους, αν όχι έρημοι χώροι, αδιάφοροι, δίχως παρόν και μέλλον; Οι άνθρωποι είναι το καθοριστικό στοιχείο κάθε πόλης, είναι αυτοί που τη διαμορφώνουν, αυτοί που της δίνουν ζωή κι από κουκίδα στο χάρτη γίνεται πόλη ζωντανή με λεωφόρους, σινεμά, σχολεία, πλατείες…Αυτό που κάνει τις πόλεις είναι οι άνθρωποι και οι στιγμές τους. Όπως ακριβώς πολύ όμορφα το γράφει ο Τσίρκας στις Ακυβέρνητες Πολιτείες, κι είναι αυτή μια φράση από τις πιο αγαπημένες μου της ελληνικής πεζογραφίας:
«Μια ζωή που έζησες, την έζησες, δεν τη βρίσκεις αλλού. Γιατί την έζησες μέσα σε μυρουδιές, μέσα σε φώτα, μέσα σε ήλιους και βροχές, μέσα σ’ ανθρώπους. Κι αυτά όλα θα μένουν πίσω σου και θα τ’ αναζητάς»...


























C.