Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΑΠΟ ΠΑΙΔΙ ΤΙΣ ΣΙΧΑΙΝΟΜΟΥΝΑ*


Για κάποιους οι Κυριακές σημαίνουν οικογενειακά τραπέζια, βόλτες, σινεμά. Για κάποιους άλλους, πάλι, είναι οι πιο μοναχικές μέρες. Αυτές που, αν μπορούσαν, θα τις διέγραφαν από το ημερολόγιο. Στον μισάωρο περίπατό μου στο κέντρο του Χαλανδρίου συνάντησα και τις δύο ομάδες ανθρώπων.

Καλοντυμένοι κύριοι και κυρίες βγαίνουν από την εκκλησία κρατώντας την 'ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ' και το αντίδωρό τους. Μετά τον εκκλησιασμό ακολουθεί καφές στις παρακείμενες καφετέριες. Λίγο πιο κάτω γονείς με τα παιδιά τους που γκρινιάζουν επειδή η παιδική χαρά είναι κλειστή ή επειδή ο πατέρας αρνείται να τους πάρει ένα μπαλόνι (η μάνα ΠΟΤΕ δεν αρνείται). Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων περπατά αγκαζέ, ο κύριος κρατά την 'ΕΣΤΙΑ', η κυρία ρυζόγαλα από τον Βάρσο.

Ίδιες εικόνες, συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια. Όλα μοιάζουν με καλοκουρδισμένο ρολόι. Αποφασίζω να επιστρέψω. Δεν αντέχω τόση επανάληψη.

Έξω από έναν φούρνο βγαίνει με φόρα μια κυρία. Μεσόκοπη, άλουστη, αχτένιστη, λίγο παχουλή. Φοράει μια φόρμα που έχει ξεφτίσει και ένα μπουφάν που, κρίνοντας από το μέγεθός του, μάλλον δεν είναι δικό της. Κρατάει ένα σάντουιτς-μπαγκέτα. Αδιάφορο, θα μου πεις. Κι, όμως, η έκφρασή της έμοιαζε με εκείνη μικρού παιδιού που παίρνει κάποιο δώρο. Μπορεί αυτό να ήταν το μεσημεριανό της ή μπορεί να κατάφερε να βρει φαγητό μετά από πολλές μέρες. Ποιος ξέρει...



by V.


*τίτλος τραγουδιού των αδελφών Κατσιμίχα