Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

«Υπήρξε κάποτε ένας άνθρωπος που στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και δεν υπήρχε το είδωλό του.
Επιθυμώ ν’ αποκτήσω τόση επίγνωση μια μέρα κι εγώ που να στέκομαι όρθιος μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη μου και να μη βλέπω τίποτα. Να έχω απορροφήσει τις αντανακλάσεις μου όλες.
Έξω απ’ το παράθυρό μου είναι ένα αποξεραμένο από τον χειμώνα χωράφι, μετά η αμμουδιά σαν στάχτη κι ύστερα η θάλασσα. Από τους κρύους ανέμους τα χόρτα γέρνουν σαν χάρτινα και τα κλαδιά τεντώνονται κοκκαλωμένα.
Χάρτινος νιώθω τώρα κι εγώ μακριά σου καλή μου, χάρτινος και κυττώ απ’ το παράθυρο το χωράφι, την αμμουδιά και τη θάλασσα.
Η θάλασσα είναι σαν ζητούμενο.
Η θάλασσα που μου αντιστέκεται φυλάει το κλειδί μου στον βυθό αυτού που πάντα ρέει. Όλα τα περπατώ πάνω –κάτω, τ’ αγγίζω, τα κλωτσώ. Όμως η θάλασσα μου αντιστέκεται με ατέρμονες μεταμορφώσεις. Την κυττάζω πίσω απ’ το παγωμένο τζάμι της κουζίνας και όλο φεύγει.
Εγώ μένω.
Την κυττάζω επί ώρες και νοσταλγώ το παρελθόν μου. Εκείνο που κάποτε, μέσα μου, υπήρξε θάλασσα, φυλακισμένο τώρα σε τούτο το χάρτινο κορμί, γοητεύεται και πονά που αποκόπηκε απ’ την πηγή του.
Πόσα και πόσα αποκομμένα απ’ τις πηγές τους μέσα μου πονούν και σέρνονται κι αναστενάζουν εξόριστα...»

Μάρω Βαμβουνάκη, Η μοναξιά είναι από χώμα.







(Κατά καιρούς και –περιέργως- συνήθως τέλη καλοκαιριού-αρχές Σεπτέμβρη κάτι με πιάνει και το ξεφυλλίζω. Κι ακόμα δεν το έχω βαρεθεί.)

C.