Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008

Αγαπημένο μου ημερολόγιο…




«Σύρα, Ερμούπολη.

Δυσκολεύομαι να θυμηθώ την ημερομηνία, όπως μου συμβαίνει πάντα στις διακοπές. Είναι Κυριακή, 17 Ιούλη, ναι, της Αγίας Μαρίνας και βρίσκομαι στη Σύρο. Είμαι ευτυχισμένη. Είμαι εκεί ακριβώς που θέλω να βρίσκομαι, τη στιγμή ακριβώς που θέλω να βρίσκομαι. Αυτό είναι ευτυχία, θαρρώ. Να ‘χεις αυτό που θες όταν το θες. Είμαι σ’ ένα παγκάκι στο λιμάνι, σχεδόν ένα μέτρο απέχω απ’ το νερό, ένα περιστέρι περπατά καμαρωτό σύριζα στην προβλήτα. Δεν προλαβαίνω να το βγάλω φωτογραφία. Το νερό είναι ήρεμο, δεν επιθυμώ τίποτ’ άλλο παρά να το βλέπω. Στιγμές- στιγμές δεν ακούγεται τίποτα, παρά ένα ήσυχο πάφλασμα. Μπορώ να μείνω εδώ για ώρες. Μπορώ να κοιτώ τη θάλασσα για ώρες. Μόλις ήρθε δίπλα μια γιαγιά με την κυρία που την προσέχει. Η γιαγιά είναι όμορφη, όμορφη, θέλω να πω, εσωτερικά. Φορά ένα κίτρινο καπελάκι Proderm και λουλουδάτο ρομπάκι και με τη γλυκιά φωνή της μου λέει: «Γεια σου, κοριτσάκι». Μ’ αρέσει. «Ωραία είναι εδώ», λέει, «πολύ ωραία είναι». Της χαμογελώ. «Κοίτα τη μυρωδιά της θάλασσας…». Αχ, γιαγιά τι όμορφα που τα λες… Η μυρωδιά της θάλασσας… υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν και δεν έχουν δει ποτέ τη θάλασσα. Τους λυπάμαι. Δε νιώθω οίκτο, αλλά να, μια λύπη που ποτέ δεν τους δίνεται η ευκαιρία να τη δουν από κοντά, να τη μυρίσουν, να τη γευτούν, να την αγαπήσουν. Μ΄ αρέσουν τα νησιά. Μ’ αρέσουν τα λιμάνια. Κουβαλούν την ιστορία τόσων ανθρώπων, τόσων αποχαιρετισμών, τόσων φυγών…αλλά και τόσων επιστροφών. Αχ, γιαγιά, πόσο τυχερή είσαι, θέλω να της πω. Που μπορείς να κάνεις τον απογευματινό σου περίπατο στη θάλασσα, που μπορείς να κάθεσαι σ’ ένα παγκάκι τόσο κοντά της και να τη μυρίζεις. Κι αυτό ευτυχία είναι.
Πριν λίγο αποχαιρετήσαμε τον Γιώργο και τον Πελοπίδα. Ήταν ένας σχεδόν χαρούμενος αποχαιρετισμός. Θα βρεθούμε σε λίγες μέρες πίσω, στην Αθήνα. Ίσως να’ ναι η πρώτη φορά που κάθομαι στο λιμάνι και αποχαιρετώ κάποιον που φεύγει. Ναι, θαρρώ είναι η πρώτη φορά. Σ’ όλους τους άλλους λιμανίσιους αποχαιρετισμούς που έχω βιώσει, εγώ ήμουν μες στο πλοίο. Μάλλον, έναν μόνον έχω ζήσει. Στην Τήνο, πριν δυο χρόνια, που έφυγα νωρίτερα από το νησί, γιατί έπρεπε να βγάλω τους φρονιμίτες μου. Τους δύο, δηλαδή, γιατί τους άλλους δύο ακόμα τους έχω.
Σήμερα, λοιπόν, καθόμασταν στο λιμάνι και βλέπαμε το πλοίο που έφευγε και κουνούσαμε τα χέρια χαιρετώντας τα παιδιά. Λένε πως ο αποχαιρετισμός είναι πιο δύσκολος γι’ αυτούς που μένουν πίσω, σήμερα, όμως, δε θα’ θελα με τίποτα να’ μαι μέσα στο πλοίο και να φεύγω. Σ’ αυτή, δηλαδή, την περίπτωση, ο κανόνας δεν ισχύει. Και ευτυχώς.
Έχω γράψει σχεδόν πέντε σελίδες. Δεν ξέρω αν γράφω γιατί θέλω να γράψω ή γιατί έχω έτσι μια πρόφαση για να βρίσκομαι εδώ που βρίσκομαι, σ’ αυτό το παγκάκι μπροστά στη θάλασσα, χαζεύοντας τις βάρκες. Κι είναι κι αυτό το αεράκι τόσο απαλό… Πώς να το λένε άραγε; Αύρα; Ναι, μάλλον η αύρα θα’ ναι, αύρα θαλασσινή. Δε βρίσκω άλλο όνομα πιο ταιριαστό. Δίπλα η γιαγιά με την κυρία με χαιρέτησαν κι έφυγαν. Τη θέση τους πήραν δυο νέοι με τις βαλίτσες, έτοιμοι για αναχώρηση. «Κοπελιά, ενοχλούμε;» με ρωτάει ο ένας. «Όχι, όχι, καθίστε», λέω και συνεχίζω το γράψιμο. Έτσι κι αλλιώς, τώρα λέω να φύγω. Να πάω για μια βόλτα ως την άλλη άκρη της προβλήτας, στο Λιμεναρχείο, μέχρι τη στενή λωρίδα τσιμέντου που εισχωρεί στη θάλασσα, κι όπου το βράδυ το κύμα σκάει δυνατά φωτίζοντας το σκοτάδι.»


( νοσταλγία Σύρου, 17 Ιούλη 2005.)

C.